Showing posts with label Σύγχρονη Ξένη Λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label Σύγχρονη Ξένη Λογοτεχνία. Show all posts

Friday, November 15, 2013

Tom Robbins – Jitterbug Perfume (1984)

Ξεκινάω με μία απορία-παράπονο. Το Jitterbug Perfume του Tom Robbins έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ως Το Άρωμα του Ονείρου. Αυτό είναι βέβαια κάτι που πάρα πολύ συχνά συναντάμε, ιδιαίτερα στους τίτλους ταινιών. Θα μου πείτε ότι για εμπορικούς λόγους ξέρω ‘γω και ότι το ευρύ κοινό δεν και  μπλα μπλα μπλα… Μαλακίες! Ο τίτλος ενός βιβλίου είναι αυτός που είναι για κάποιο λόγο. Καταλαβαίνω ότι κάποια πράγματα δε μεταφράζονται (βασικός λόγος για τον οποίο συνεχώς παροτρύνω τους φίλους μου που ξέρουν αγγλικά και που διαβάζουν συγγραφείς που γράφουν στα αγγλικά, να τα διαβάζουν στο πρωτότυπο), αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση το Άρωμα του Ονείρου (που ακούγεται σαν το τίτλο του πρώτου δίσκου νέο-έντεχνης τραγουδίστριας…  ξερατά!) καταστρέφει λίγη από τη μαγεία του βιβλίου. ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΚΑΝΕΤΕ ΑΥΤΟ;;!! Λες και δεν μπορούμε να μεταβολίσουμε τίποτα παραπάνω από μία μασημένη κακή μετάφραση που να σχετίζεται είτε απλά λεκτικά είτε πάνω κάτω με το περιεχόμενο ενός βιβλίου ή μίας ταινίας. Τέλος πάντων… γκρίνιες!

Όπως μας προδιαθέτει λοιπόν ο τίτλος του βιβλίου, ο βασικός πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι το άρωμα. Σε αυτήν την ιστορία μπλέκονται τα ξαδέρφια Le Fever, ο ένας τετράγωνος τεχνοκράτης και ο άλλος ρομαντική ιδιοφυία, που έχουν τον ομώνυμο οίκο αρωματοποιίας στο Παρίσι. Εύκολο. Σε αυτήν την ιστορία επίσης μπλέκεται και η Madame Devallier με την εξωτική υπάλληλό της Vlu που μαζί τρέχουν ένα αρωματοποιείο στη Νέα Ορλεάνη. Επίσης εύκολο. Άλλο ένα σημαντικό πρόσωπο αυτής της ιστορίας είναι η Priscilla, μία χαρισματική σερβιτόρα σε Μεξικάνικο εστιατόριο στο Σηάτλ που όταν δεν απομνημονεύει τεράστιες κομπλεξικές παραγγελίες από ποτά, αναψυκτικά, μπύρες και κοκτέιλ, προσπαθεί να κατακτήσει τα μυστικά της αρωματοποιίας. Και αυτό εύκολο. Τέλος, σε αυτήν την ιστορία μπλέκεται ο Alobar, ο βασιλιάς ενός βασιλείου της Βοημίας του 10ου μ.Χ αιώνα που αρνείται να πεθάνει, μπλέκεται η Kudra μία νεαρή Ινδή που αρνείται να ακολουθήσει τον νεκρό άντρα της στην πυρά, και μπλέκεται και ο θεός Πάνας. Δύσκολο! Πολύ δύσκολο! Υπέροχο!!

O Tom Robbins σε αυτό του το μυρωδάτο βιβλίο καταπιάνεται με την έννοια της αθανασίας και όπως και σε όλες τις άλλες καταπληκτικές ιστορίες του, έτσι κι εδώ, δεν απουσιάζει ούτε ο έρωτας, ούτε το σεξ, ούτε η κριτική πάνω στη θρησκεία και τη σύγχρονη (και όχι μόνο) κοινωνία.  Οι ετερόκλητοι πρωταγωνιστές του συναντιούνται μέσα σε μία τρομερά ευφάνταστη εξέλιξη γεγονότων, που περιέχουν από μυστηριώδη παντζάρια μέχρι εκδικητικές μέλισσες. Το Jitterbug Perfume είναι άλλη μία πανέξυπνη, γλυκύτατη και πλούσια σε κοφτερό χιούμορ ιστορία που όσο διαβάζεις δε θέλεις να τελειώσει! 

Για τον Tom Robbins και τη φαντασία του, το χιούμορ του, τη φιλοσοφία του, την εξυπνάδα στη γραφή του κτλ τα έχουμε ξαναπεί. Σίγουρα δεν έχω διαβάσει και πολλά πράγματα στη ζωή μου, και σίγουρα επίσης όταν διαβάζεις ένα βιβλίο, ο μοναδικός τρόπος για να το εκτιμήσεις είναι να το τοποθετήσεις μέσα στο πλαίσιο στο οποίο είναι γραμμένο (αν σημαίνει κάτι αυτό) γι’ αυτό οι συγκρίσεις ανάμεσα σε συγγραφείς και τα έργα τους, τύπου ‘ο χ είναι καλύτερος από τον ψ’,  μου φαίνονται ελαφρώς ανόητες. Άλλα όπως και να έχει, εγώ προσωπικά, δεν έχω ευχαριστηθεί βιβλία τόσο πολύ όσο αυτά του Robbins. Ελπίζω να ακολουθήσει το παράδειγμα του Alobar και να μας κάνει πιο πλούσιους ανθρώπους με πολλές πολλές ακόμα ιστορίες του.      

Wednesday, January 23, 2013

Tom Robbins – Even Cowgirls Get The Blues (1976)

Εντάξει… καταλαβαίνω ότι σας έχω σκοτίσει ελαφρώς με τον Tom Robbins και τα βιβλία του, αλλά ο άνθρωπος δε μου αφήνει κανένα περιθώριο. Εφόσον για κάποιο περίεργο λόγο εξακολουθώ και γράφω στο blog για τα βιβλία που διαβάζω, δε γίνεται να μη γράψω και κάτι για τα Cowgirls παρά το γεγονός ότι τον συγκεκριμένο συγγραφέα τον έχω αναφέρει και στο παρελθόν. Όταν όμως ενθουσιάζεσαι τόσο πολύ με έναν συγγραφέα, που κάθε βιβλίο του που διαβάζεις είναι κάτι παραπάνω από ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ, το μόνο που θες είναι να μοιραστείς αυτό το ωραίο συναίσθημα και να πιάσεις το επόμενο βιβλίο του στα χέρια σου.

Όταν τελείωσα αυτό το βιβλίο, άρχισα πραγματικά να αναρωτιέμαι τι σκατά μπορεί να έχει μέσα στο κεφάλι του αυτός ο άνθρωπος για να γράφει τέτοιες ιστορίες. Τι μυαλό είναι αυτό που μπορεί να κατεβάζει τόσο έξυπνες, ευφάνταστες, φιλοσοφημένες και χιουμοριστικές ιδέες; Και πόση μα πόση τέχνη χρειάζεται για να τις μπλέξεις σε μία παράλογα λογική ιστορία; Κάθε φορά που ξεκινάω να διαβάζω ένα βιβλίο του περιμένω να βρω επιτέλους το ‘κακό του μυθιστόρημα’ και κάθε φορά τελειώνω τις τελευταίες γραμμές με ένα ηλίθιο χαμόγελο στη μάπα. Τι να πω ρε Tom… μακάρι να ζεις και να γράφεις για πάντα.

Δύο κουβέντες για την ιστορία

Το Even Cowgirls Get The Blues είναι σε γενικές γραμμές η ιστορία της Sissy Hankshaw, ενός κοριτσιού (με λίγο ινδιάνικο αίμα) που γεννιέται με τεράστιους αντίχειρες! Σε πολύ νεαρή ηλικία όμως καταφέρνει να μεταμορφώσει την ατέλεια της σε χάρισμα, και το οτοστόπ γίνεται η δεύτερη φύση της.  Φτάνει λοιπόν το σημείο εκείνο στη ζωή της που οι αντίχειρές της έχουν μεγαλώσει πολύ για να χωρέσουν στη μικρή πόλη που κατοικεί με την οικογένειά της, και ξεκινάει για το ταξίδι της. Στην πορεία της θα κάνει λίγο modeling (με τα επίμαχα σημεία επιμελώς κρυμμένα) για τον ‘κόμισσα’(?) των ειδών γυναικείας υγιεινής, θα φλερτάρει με τον Jack Kerouac και  θα προσπαθήσει να νοικοκυρευτεί  στη Νέα Υόρκη με έναν νεαρό καλλιτέχνη. 

Η ιέρεια όμως του hitch-hiking εξακολουθεί να έχει φαγούρα στους εκπληκτικούς της αντίχειρες, και θα βγει για άλλη μία φορά στο δρόμο προκειμένου να φτάσει στο Rubber Rose Ranch, το οποίο λειτουργεί ως  ‘κέντρο ομορφιάς’, για άλλο ένα modeling project. Και εκεί είναι που περιπλέκεται το πράγμα! Η ατμόσφαιρα στο ράντσο είναι εκρηκτική καθώς οι καουμπόισσες που εργάζονται εκεί, ξεκινάνε μια φεμινιστική επανάσταση που εξελίσσεται σε κατάληψη. Και φυσικά, όλη αυτή η έκρηξη γυναικείων ορμονών, δε θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από τον καβλωμένο ερημίτη φιλόσοφο που κατοικεί στο βουνό δίπλα στο ράντσο. Α… και παράλληλα με όλα αυτά, το τελευταίο κοπάδι ενός σπάνιου είδους μεταναστευτικών γερανών προσπαθεί να επιβιώσει!! What the fuck?!  

...και δύο κουβέντες για την ουσία

Η ιστορία από μόνη της μπορεί να είναι αρκετά πειστική για να κάνει κάποιον να πιάσει αυτό το βιβλίο στα χέρια του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό το κάτι που κάνει αυτό το μυθιστόρημα (όπως και όλα τα μυθιστορήματα του Robbins που έχω διαβάσει ως τώρα) μοναδικό. Μπορεί να επαναλαμβάνομαι, αλλά αυτός ο άνθρωπος έχει την αξιοζήλευτη ικανότητα να δημιουργεί όμορφους και ακραίους χαρακτήρες και καταστάσεις, και να τους παντρεύει με το εξαιρετικό και πανέξυπνό του γράψιμο. 

Για να τονίσω λίγο τη σημαντικότητα που έχει (τουλάχιστον για εμένα) ο τρόπος με τον οποίο ένας συγγραφέας λέει αυτό που λέει ανεξαρτήτως με αυτό που λέει (πολλά ‘λέει’ μαζεύτηκαν εδώ) θα καταφύγω στο φτηνό επιχείρημα της μεταφοράς ενός βιβλίου στη μεγάλη οθόνη.  Λίγο πολύ όλοι μας έχει τύχει να δούμε μια ταινία στον σινεμά που βασίζεται σε ένα βιβλίο που έχουμε διαβάσει, και όλοι έχουμε πει ‘…καλό ήταν (ή δεν ήταν) αλλά το βιβλίο είναι πολύ καλύτερο’. Στη συγκεκριμένη λοιπόν περίπτωση, είδα κι εγώ την ταινία με το που τελείωσα το βιβλίο. Έχω να σας πω ότι οι παράγραφοι που έγραψα λίγο παραπάνω για το story του βιβλίου, θα μπορούσαν ανετότατα να χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν και την υπόθεση της ταινίας. Έλα όμως που η ταινία ήταν κάκιστη! …κι ας έπαιζε και η κουκλάρα Uma Thurman τη Sissy. Γι’ αυτόν τον λόγο νομίζω ότι απολαυστικό δεν είναι μόνο το περιεχόμενο των προτάσεων, αλλά και η γεύση, η υφή και το άρωμα των λέξεων.   

Any way…το Jitterbug Perfume είναι στη βιβλιοθήκη μου και με περιμένει, αλλά λέω να κάνω λίγη υπομονή :)

Tuesday, January 8, 2013

Kazuo Ishiguro – The Remains Of The Day (1989)




Φανατικοί φίλοι του blog (δηλαδή μαμά), ελπίζω να με συγχωρέσετε για την τρίμηνη απουσία μου, αλλά κάποιες επιπλοκές στην υγεία μου με κράτησαν μακριά σας, αλλά όχι και μακριά από την ανάγνωση όμορφων βιβλίων. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να διαβάζει ‘μίκυ μάου’ και να βλέπει σαχλές ταινίες του Hollywood, αναρωτιόμουν αν όντως το πολυδιαφημισμένο concept του να βλέπεις τη ζωή σου να περνάει μπροστά από τα μάτια σου όταν ο Χάρος ετοιμάζεται να χώσει τη γλώσσα του στις αμυγδαλές σου είναι αληθινό. Μπορεί τα καρδιολογικά μου προβλήματα να είχαν αίσια κατάληξη, μιας και δε σας γράφω τώρα από ένα τζακούζι γεμάτο γυμνές μοντέλες με αίσθηση του χιούμορ και αδυναμία στους κοκκινομάλληδες (παράδεισος), αλλά την ώρα που η φάτσα του αναισθησιολόγου (του οποίου η ομοιότητα με τον Anthony Hopkins ήταν τρομακτική) έσβηνε από τα μάτια μου, η ζωή μου πέρασε από μπροστά μου σαν ανιαρό φιλμάκι! …τόσο ανιαρό που το πράγμα που μου έμεινε πιο έντονο όταν πια ξύπνησα από το χειρουργείο ήταν η περίοδος της ζωής μου που ετοιμαζόμουν να δώσω εξετάσεις για το proficiency.    
   
Η παραπάνω αποτυχημένη αλληγορική μπούρδα που έγραψα για εισαγωγή, έχει σκοπό να γνωστοποιήσει στον φίλο αναγνώστη ότι προσφάτως διάβασα το Remains Of The Day του αγγλοθρεμένου ιάπωνα συγγραφέα Kazuo Ishiguro, που είναι και το βιβλίο που είχα διαβάσει για να πάω να δώσω τις ριμάδες τις εξετάσεις των αγγλικών πριν 16 χρόνια. Ε …και λίγο η νοσταλγία, λίγο η αλλόκοτη γοητεία που μου ασκεί η περσόνα του βρετανού μπάτλερ, λίγο ότι το μυθιστόρημα το βρήκα εξαιρετικό και λίγο ότι βαριέμαι τώρα και δεν έχω τι άλλο να κάνω, είπα να γράψω δύο πραγματάκια στο blog γι’ αυτό το βιβλίο.

Βρισκόμαστε στην Αγγλία των 50s και ο κεντρικός μας ήρωας, ο μπάτλερ του Darlington Hall  ονόματι Mr Stevens, ξεκινάει με το αυτοκίνητο του νυν αμερικάνου εργοδότη του για σύντομες (και κατά πολύ καθυστερημένες) διακοπές στην ξακουστή βρετανική επαρχεία. Ο τελικός του προορισμός είναι η μικρή πόλη στην οποία κατοικεί η προ εικοσαετίας οικονόμος του Darlington Hall, Miss Kenton, την οποία ο αυστηρός και ταγμένος επαγγελματίας κύριος Stevens ευελπιστεί να επανεντάξει στο προσωπικό του ιστορικού σπιτιού. 

Η αφήγηση γίνεται με την εξιστόρηση του ταξιδιού του κύριου Stevens παράλληλα με αναδρομές στο παρελθόν όπου αυτός και η δεσποινίς Kenton βρίσκονταν στη δούλεψη του Λόρδου Darlington την εποχή πριν το Β Παγκόσμιο πόλεμο. Με αυτόν τον τρόπο και καθώς η ανάγνωση προχώρα, το ημι-επαγγελματικό ταξίδι ενός μπάτλερ μεταμορφώνεται σε μία ιστορία ανεκπλήρωτου έρωτα. Και καθώς η ανάγνωση προχωρά ακόμα πιο πολύ και οι ήρωες τις ιστορίας ‘γδύνονται’ σταδιακά, το πράγμα γίνεται ελαφρώς πιο τραγικό καθώς συνειδητοποιούμε το πώς κάποιες στρεβλές ενδεχομένως αντιλήψεις περί επαγγελματισμού, αξιοπρέπειας και κοινωνικής θέσης, γίνονται ο βωμός πάνω στον οποίο η ευτυχία θυσιάζεται με ένα μαχαίρι που στάζει εγωισμό και δειλία.    

Επειδή όμως οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά, πρέπει να τονίσω ότι η ιστορία αυτή ντύνεται με υπέροχες περιγραφές για υπηρέτες, δωμάτια, κήπους, τοπία, λόρδους, αυτοκίνητα και γενικά για όλο το κλίμα της εποχής, που δημιουργούν στη φαντασία μας ένα εξαιρετικό σκηνικό για μία χορταστική αφήγηση. Α! ... και το ταινιάκι δεν είναι καθόλου κακό! Αλλά διαβάστε πρώτα το βιβλίο. Έχει πιο πολύ πλάκα έτσι.

Άντα μου σε ευχαριστώ πολύ που μου έμαθες αγγλικά και που με έβαλες να διαβάσω αυτό το βιβλίο. Είσαι η καλύτερη δασκάλα...ever!

Thursday, October 18, 2012

Douglas Adams – Dirk Gently’s Holistic Detective Agency (1987), The Long Dark Tea Time Of The Soul (1988) & The Salmon Of Doubt (2002)

Πόσο μα πόσο υπέρτατα, κατάφορα, πανανθρώπινα, διαγαλαξιακά και συμπαντικά άδικο είναι να φεύγουν κάποιοι άνθρωποι από τη ζωή τόσο μα τόσο νέοι… Όταν ο εξωγήινος Douglas Adams καβάλησε το διαστημόπλοιό του και μας την έκανε μία και καλή, ήταν μόλις 49 χρονών. Άραγε πόσα ακόμα υπέροχα βιβλία θα είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε, αν αυτός ο άνθρωπος με την τόσο υπέροχη φαντασία και το τόσο ευφυές χιούμορ ήταν ακόμα ανάμεσά μας; Υποθέτω 42. 

Ο συγγραφέας του The Hitchhikers Guide To The Galaxy τουλάχιστον πρόλαβε να μας αφήσει κάτι ακόμα πέρα από τον χρήσιμο οδηγό του. Το Dirk Gentlys Holistic Detective Agency είναι το πρώτο βιβλίο με πρωταγωνιστή τον ντετέκτιβ Dirk Gently και την επόμενη χρονιά ακολουθεί το The Long Dark Tea Time Of The Soul, μία ακόμα σουρεαλιστική περιπέτειά του. Η τριλογία δυστυχώς δεν προλαβαίνει να ολοκληρωθεί και το 2002, ένα χρόνο μετά το θάνατο του συγγραφέα, εκδίδεται το The Salmon Of Doubt που ουσιαστικά είναι μία συλλογή ιδεών για μία καινούρια ιστορία του Dirk Gently αλλά και για ακόμα ένα ωτοστόπ κάπου εκεί έξω.

Ο Dirk Gently λοιπόν είναι ένας ντετέκτιβ που όπως επικαλείται, χρησιμοποιεί ‘ολιστικές’  μεθόδους για να λύσει τις υποθέσεις που αναλαμβάνει, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Ως φοιτητής, ο μύθος που τεχνηέντως άφησε να δημιουργηθεί γύρω από το άτομό του, για το χάρισμα της διορατικότητας που κατέχει, πλέον είναι ικανός να πείσει μόνο κάτι ευκατάστατες γριές τις οποίες εξίσου τεχνηέντως μαδάει. Οι υποθέσεις που αναλαμβάνει το γραφείο περιορίζονται σε χαμένα κατοικίδια, η γραμματέας μένει απλήρωτη και τα τσιγάρα ρέουν. 

Έλα όμως που συμβαίνουν και ανεξήγητα πράγματα σ’ αυτόν τον κόσμο που, αν μη τι άλλο, χρίζουν μίας πιο ανορθόδοξης προσέγγισης. Όταν για παράδειγμα βρίσκεσαι μπλεγμένος σε μία υπόθεση στην οποία βασικό ρόλο παίζουν ένα φάντασμα δισεκατομμυρίων ετών και ένας ηλεκτρικός εξωγήινος μοναχός, ή όταν επίσης ένα αποκεφαλισμένο πτώμα ανακαλύπτεται μέσα σε ένα σφραγισμένο δωμάτιο ενώ την ίδια στιγμή το check-in της πτήσης για Όσλο στο αεροδρόμιο Heathrow εξαφανίζεται μέσα σε μία τεράστια έκρηξη... ε… τότε ο ορθολογισμός πάει περίπατο… σχεδόν.  

Τις περιπέτειες του Dirk Gently τις βρήκα εξίσου ευφάνταστες και ευχάριστες με τα βιβλία του The Hitchhikers Guide To The Galaxy με ίσως λιγότερο προφανές χιούμορ. Ενδεχομένως αν είχα διαβάσει πρώτα αυτές να μου είχαν κάνει και πιο μεγάλη εντύπωση, αλλά όπως είναι λογικό, μετά το Guide οι απαιτήσεις είναι πολύ υψηλές! Αν έπρεπε ντε και καλά να διαλέξω, θα έλεγα ότι το πρώτο βιβλίο μου άρεσε πιο πολύ, αλλά αυτό πάλι μπορεί να συμβαίνει για τον ίδιο ακριβώς λόγο που ανέφερα πιο πάνω. Τέλος πάντων… δεν υπάρχει λόγος να το παιδεύουμε περισσότερο. Ο Douglas Adams ήταν ένας άνθρωπος προικισμένος υπέρ του δέοντος με φαντασία, χιούμορ και συγγραφικό ταλέντο. Αν θέλετε να διαβάσετε κάτι που θα κάνει τα μάτια σας να χαμογελάνε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, σίγουρα σας προτείνω όλα του τα βιβλία (στα αγγλικά εννοείται :P)

Wednesday, October 17, 2012

Tom Robbins – Half Asleep In Frog Pajamas (1994)

Και να που μ’αυτά και μ’αυτά πέρασε πάλι ένας χρόνος από το τελευταίο post. Και αν έλεγα ότι μέσα σ’αυτούς τους μήνες που μεσολάβησαν δεν έχω διαβάσει τίποτα ή έχω διαβάσει μονό σαχλαμάρες… ε… ψέμα θα ήταν. Λέω λοιπόν να κάνω μία προσπάθεια να κάνω μία μικρή ανασκόπηση της περσινής λογοτεχνικής μου σεζόν μέσα στις επόμενες εβδομάδες (παπάρια..σιγά μην το κάνω).

Και για να ξεκινήσω άλλη μία πρόταση και άλλη μία παράγραφο με τη λέξη ‘και’… και τι καλύτερος τρόπος να ξεκινήσω από την κοκκινομάλλικη ιδιοφυία του Tom Robbins! Σίγουρα έχετε καταλάβει ότι έχω φάει πολύ κακό σκάλωμα με μερικούς συγγραφείς και ο Robbins είναι σίγουρα ο αρχηγός αυτής της συμμορίας. Το Half Asleep In Frog Pajamas είναι το τέταρτο βιβλίο του Robbins που διαβάζω και για ακόμα μία φορά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος απλά το έχει ρε παιδί μου. Τι να κάνουμε τώρα; Πώς η μαμά σου κάνει το καλύτερο παστίτσιο του κόσμου; Ε, έτσι και ο Tom Robbins γράφει τα πιο έξυπνα και ευχάριστα μυθιστορήματα του κόσμου!

Σε γενικές γραμμές, που νομίζω ότι δεν έχουν και πολύ μεγάλη σημασία σε αυτού του είδους τα βιβλία, το story έχει να κάνει με μία αμερικανοφιλιππινέζα broker του χρηματιστηρίου που προσπαθεί να σώσει το τομάρι της όταν τις ημέρες του Πάσχα ο γενικός δείκτης πάει στα τάρταρα. Προφανώς τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά γιατί ο ανώμαλος συγγραφέας μας πρέπει στο δρόμο της να βάλει έναν αλλόκοτο πρώην γκουρού του χρηματιστηρίου που επιστρέφει από το Τιμπουκτού με κάβλες,  ένα μέντιουμ μεγάλων διαστάσεων, μία μαϊμού-ληστή και πολλά πολλά πολλά άλλα που δε θα σας πω για τους γνωστούς πλέον λόγους. Μία μικρή γεύση την πήρατε πάντως και καταλαβαίνετε καλές μου φίλες και φίλοι ότι για να τα μπλέξεις όλα τα παραπάνω με όμορφο τρόπο απαιτείται, ας μου επιτραπεί η έκφραση,  ένα συγγραφικό ταλέντο πολύ πάνω του μετρίου.

Άντε καλά… για να μετριάσω λίγο τις εντυπώσεις  θα πω πως το Half Asleep In Frog Pajamas δεν είναι το αγαπημένο μου βιβλίο από τον Robbins αλλά αυτό δε λέει και πολλά. Σίγουρα αν έχετε διαβάσει κάτι δικό του και σας άρεσε, θα σας αρέσει κι αυτό. Εγώ πάντως συνεχίζω! Τα ξαναλέμε σύντομα με τις καουμπόισσες ;)

Α! και για να μην ξεχνιόμαστε, εννοείται πως διαβάζουμε Robbins ΜΟΝΟ στα αγγλικά.

Thursday, October 20, 2011

Haruki Murakami – South Of The Border, West Of The Sun (1992)

Δεν πρόκειται περί αγγλοφιλίας αγαπητές κι αγαπητοί φίλοι. Όπως πιθανόν να έχετε ψυλλιαστεί, τους τίτλους των βιβλίων που διαβάζω τους παραθέτω στη γλώσσα στην οποία τα διαβάζω. Είτε στα ελληνικά είτε στα αγγλικά δηλαδή, γιατί τα γαλλικά μου δεν επαρκούν για λογοτεχνικές περιπέτειες και τα ρωσικά μου απλά περιορίζονται σε γονιδιακό επίπεδο. Άντε…για να μην ξεχνάμε την εθνική μας ταυτότητα (όσο κι αν κάποιοι από εμάς προσπαθούν)….

Χαρούκι Μουρακάμι - Νότια Των Συνόρων, Δυτικά Του Ήλιου


Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο του Ιάπωνα συγγραφέα που διαβάζω και σίγουρα δε θα σταματήσω εδώ. Μάλλον είμαι λίγο μαζόχας και θα έπρεπε να το ‘κοιτάξω’, αλλά η συναισθηματική κόλαση, πόσο μάλλον όταν είναι τόσο ωραία δοσμένη, έχει κι αυτή τη γοητεία της. Με μία πρόταση (για να το παίξω και λίγο εξυπνάκιας) θα έλεγα ότι το βιβλίο είναι ένα σύντομο λογοτεχνικό όνειρο που περιγράφει έναν ατελείωτο συναισθηματικό εφιάλτη! ΓΟΥΑΟΥ….για να δούμε…

Ο μικρός Hajime είναι μοναχογιός μια μεσοαστικής οικογένειας των προαστίων που βρίσκει συντροφιά στη συνομήλική του (μοναχοκόρη) Shimamoto. Ο ιδιαίτερος δεσμός που αναπτύσσουν διακόπτεται (άλλα σίγουρα δεν ξεχνιέται) όταν ο Hajime μετακομίζει με την οικογένεια του σε ένα πιο μακρινό προάστιο. Από εκεί, η παιδικότητα δίνει τη θέση της στην εφηβεία και στην ενηλικίωση. Μέσα σε αυτήν την πορεία ο Hajime ερωτεύεται, προδίδει, πληγώνει και πληγώνεται, ότι δηλαδή κάνει πάνω-κάτω κάθε άνθρωπος σε τέτοιες ηλικίες. Τα σημάδια όμως μένουν και πολλές φορές είναι βασανιστικά. Μετά από μία συναισθηματικά κενή περίοδο, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος βρίσκει νόημα στην Yukiko, που του χαρίζει δύο κόρες και μία καινούρια ζωή με τη βοήθεια του ‘μπαμπά’.

Η ζωή κυλάει εύκολα στα προάστια του Τόκιο, και οι δουλειές στα Jazz bars του Hajime πάνε καλά. Είπαμε όμως ότι κάποια πράγματα μας σημαδεύουν ανεξίτηλα και τα κουβαλάμε πάντα μέσα στο μυαλό μας, όσο και να προσπαθούμε να τα στριμώξουμε στην πιο σκονισμένη γωνία του. Η Shimamoto κάνει την εμφάνισή της, φροντίζοντας να κρατάει την ως τότε ζωή της απόλυτα μυστική! Άντε και πολλά σας είπα. Διαβάστε το βιβλίο να δείτε τι γίνεται παρακάτω.

Ιδιαίτερη σημασία δεν έχει το τι γίνεται παρακάτω. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Murakami περιγράφει με προσεγμένες λεπτομέρειες και πολύ ‘βατή’ γλώσσα, μία ιστορία φαινομενικά απολύτως ρεαλιστική, που μέσα από τον ψυχισμό του ήρωα φτάνει να αγγίζει τα όρια του φανταστικού. Οι αναφορές σε μουσικές, ρούχα, βιβλία κλπ και πάλι δε λείπουν και δεν είναι καθόλου περιττές μιας και ζωγραφίζουν πολύ επιτυχημένα τους χαρακτήρες αλλά και το συγγραφέα.

Καλή ανάγνωση και…προσοχή στους παιδικούς έρωτες!



Saturday, October 15, 2011

Yann Martel – Life Of Pi (2002)

Προτού ξεκινήσω να παραθέτω λεπτομέρειες για το συγκεκριμένο βιβλίο, θα ήθελα να κάνω μια διευκρινιστική εισαγωγή για αυτό το post και ενδεχομένως για όλα τα posts μου σ’αυτό το blog. Επαναλαμβάνω λοιπόν ότι βασικός λόγος για τον οποίο γράφω κατά καιρούς λίγα σχόλια για τα βιβλία που διαβάζω, είναι για να κρατάω ένα είδος ηλεκτρονικού ημερολόγιου το οποίο είναι απόλυτα ανοιχτό προς ανάγνωση, σχολιασμό και άλλα τέτοια βαρετά.

‘Και γιατί δεν το γράφεις σε ένα τετράδιο ρε μεγάλε και το ανεβάζεις στο internet αν είναι μόνο ένα ημερολόγιο; Τι μας το παίζεις δηλαδή;’ θα μπορούσε πολύ εύκολα κάποιος να ρωτήσει. Προφανώς, ο στόχος δεν είναι μόνο να καταγράφω το τι διαβάζω και πώς μου φάνηκε, αλλά να προσφέρω και μία απλή άποψη και πρόταση για κάτι που μου έκανε εντύπωση με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Αυτό μας φέρνει στο δεύτερο σκέλος του εισαγωγικού σχολίου που θέλω να κάνω, το οποίο αφορά αυτό το ‘κάτι’ που μου υποδεικνύει αν θα γράψω ή δε γράψω κάποιο σχόλιο για κάτι που διάβασα. Θα το θέσω έτσι:

  1. Βαριέμαι να γράφω posts για κάθε βιβλίο που διαβάζω (ουσιαστικός λόγος)
  2. Τα δύο πράγματα στα οποία δεν μπορώ να πιστέψω είναι ο θεός και η κριτική στην Τέχνη (και μία βαρύγδουπη κουλτουρομαλακία για να γουστάρουμε)

…Κοινώς, γράφω posts μόνο για τα βιβλία που μου έκαναν εντύπωση μιας και-θεός φυλάξοι-δεν είμαι σε καμία περίπτωση κάποιος ‘ειδικός’ με ‘εμπεριστατωμένη άποψη’ περί λογοτεχνίας.

Πω πω...βαρέθηκα ήδη με όλη την παραπάνω μπούρδα. Τέλος πάντων, ο λόγος για τον οποίο την έγραψα είναι ότι αυτό το post αφορά ένα βιβλίο που δεν μου έκανε ΤΟΣΟ μεγάλη εντύπωση, παρόλα αυτά είχε κάτι που με έσπρωξε να γράψω ένα δύο πραγματάκια. ‘Η ζωή του Πι’ λοιπόν…

Ο Yann Martel μας εξηγεί στην εισαγωγή του βιβλίου του, ότι η ιστορία αυτή είναι μία ιστορία που του διηγήθηκε ένας άγνωστος σε μία επαρχεία της Ινδίας, με την υπόσχεση ότι θα τον κάνει να πιστέψει στο θεό!

Χμμμ…

Το βιβλίο αποτελείται ουσιαστικά από δύο μέρη. Το πρώτο είναι η ομολογουμένως ‘πολύχρωμη’ απεικόνιση της νεανικής ζωής του μικρού Piscine Molitor Patel. Ο ‘Πι’, γιός του ιδιοκτήτη του ζωολογικού κήπου του Pondicherry, είναι ένα ιδιαίτερο παιδί που μοιράζει την αγάπη του στον Ινδουισμό, το Μωαμεθανισμό, το Χριστιανισμό και το ζωικό βασίλειο. Αδιαμφισβήτητα πρόκειται για μία πρωτότυπη περίπτωση αγώνα ανάμεσα σε τρεις ‘πνευματικούς’ κόσμους πλαισιωμένη από την πραγματικότητα και τους σκληρούς κανόνες της κοινωνίας των ζώων (και των ανθρώπων;).

Η ζωή στην Ινδία κυλάει για τον Πι μέχρι που η οικογένεια του αποφασίζει να πουλήσει τον ζωολογικό κήπο και να μεταναστεύσει στον Καναδά. Η οικογένεια Patel επιβιβάζεται σε ένα εμπορικό πλοίο μαζί με κάποια ζώα που θα κατέληγαν σε άλλους ζωολογικούς κήπους στην απέναντι πλευρά του Ειρηνικού και εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος της ιστορίας.

Το δεύτερο μέρος της ιστορίας του Πι είναι ένας τελείως διαφορετικός αγώνας που ξεκινάει με ένα τραγικό δυστύχημα κάπου στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο Πι καλείται να επιβιώσει μέσα σε μία σωσίβια λέμβο με την τραγική συντροφιά μιας ζέβρας, ενός ουρακοτάγκου, μίας ύαινας και του Richard Parker, μίας τίγρης της Βεγγάλης! Η βία της φύσης, η ωμή υπέρβαση των ανθρώπινων ορίων, η απόγνωση, η μάταιη ελπίδα και ο αγώνας ανάμεσα στην παράνοια και την επιβίωση συνθέτουν ένα τελείως διαφορετικό σκηνικό στο δεύτερο και πιο ενδιαφέρον μισό της ιστορίας. Η απιθανότητα αυτής της ιστορίας είναι σίγουρα γοητευτική όσο και η έλλειψη περιττών εύκολων συναισθηματισμών στην αφήγηση της, που φαντάζομαι ότι κάποιοι αναγνώστες μπορεί και να περιμένουν καθώς προχωρούν στην ανάγνωση του βιβλίου.

Πιθανότατα επηρεασμένος από βιβλία που έχω διαβάσει πρόσφατα, αυτό που βρήκα λίγο ανιαρό στο βιβλίο αυτό είναι η λιτότητα στη γραφή του Martel. Επαναλαμβάνω ότι μου άρεσε το γεγονός ότι δεν παραθέτει την ιστορία με πολλούς-πολλούς μελοδραματισμούς, που όπως και να’χει δεν ταιριάζουν σε μία τόσο σκληρή ιστορία. Παρόλα αυτά, ίσως περίμενα μία πιο περίπλοκη σκιαγράφηση του ψυχισμού του ήρωα σε συνδυασμό με την εξιστόρηση των γεγονότων ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Γεγονός είναι πάντως ότι βρήκα την αφήγηση λίγο μονότονη και κουραστική σε ορισμένα σημεία αν και τώρα που το σκέφτομαι ίσως και να αντανακλά την μονότονη και κουραστική κατάσταση την οποία περιγράφει. Ποιος ξέρει;!

Μία από της πρώτες σκέψεις μου όταν τελείωσα το βιβλίο ήταν ότι θα ήταν αρκετά ενδιαφέρον αν προσπαθούσε κάποιος να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη… δεν έπεσα έξω!



Monday, August 29, 2011

Tom Robbins – Fierce Invalids Home From Hot Climates (2000)

Κάποτε είχα γράψει κάπου (ή είχα διαβάσει κάπου και μου άρεσε - οπότε κλέβω ξεδιάντροπα) ότι ένα χαμόγελο μπορεί να είναι πιο ‘δυνατό’ από ένα γέλιο ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Ε λοιπόν ο Tom Robbins, με κάνει να πιστεύω ακόμα πιο πολύ σ’αυτό μου το ευφυολόγημα. Μετά τον Τρυποκάρυδο (τον οποίο διάβασα στα ελληνικά αλλά ευτυχώς κατάλαβα γρήγορα το λάθος μου) και το Skinny Legs And All, σειρά είχε το Fierce Invalids Home From Hot Climates ή Αγριεμένοι Ανάπηροι Επιστρέφουν Από Καυτά Κλίματα για όσους το προτιμούν έτσι. Δεν ξαναμπαίνω στη διαδικασία να λέω γιατί στα αγγλικά και όχι στα ελληνικά κλπ κλπ...όσοι συμφωνούν μαζί μου καταλαβαίνουν, όσοι πάλι διαφωνούν…ας διαφωνούν. Πάμε παρακάτω.

Το πρώτο συμπέρασμα που έβγαλα (ή μάλλον επαλήθευσα) μετά το πέρας της ανάγνωσης είναι ότι υπάρχουν μερικοί συγγραφείς που σε κάνουν να πιστεύεις ότι άμα τους αφήσεις να διηγηθούν και την πιο τετριμμένη ιστορία, σίγουρα αυτό που θα λάβεις είναι κάτι υπεράνω προσδοκιών. Όταν λοιπόν αυτό τους το χάρισμα το ξεδιπλώνουν πάνω σε ιστορίες που μόνο τετριμμένες δε μπορούν να χαρακτηριστούν τότε προκύπτουν εεε … τότε αυτό που κρατάει στα χέρια του ο αναγνώστης…μμμ …ας παρατήσω τους εξυπνακισμούς…τότε μιλάμε για τον Tom Robbins.

Σε αυτήν τη σουρεαλιστικά ρεαλιστική ιστορία, ο Switters, ίσως ο πιο cool άνθρωπος του κόσμου, ξεκινάει μία περιπέτεια ως πράκτορας της CIA σε αποστολή στο Περού και καταλήγει ‘σωματοφύλακας’ σε μία αντιπροσωπία ενός τάγματος καλογριών στο Βατικανό.

Ε και;

Δεν έχετε πειστεί ε; Αν γνωρίζατε ότι ο πρωταγωνιστής μας τα κάνει όλα αυτά σε αναπηρικό καροτσάκι (ενώ μπορεί να περπατήσει) τι θα λέγατε; Αν επίσης σας αποκαλυπτόταν ότι στα βάθη του Αμαζονίου υπάρχει ένας μάγος με κεφάλι σε σχήμα πυραμίδας, θα εξακολουθούσατε να είστε τόσο αδιάφοροι; Η ιδέα της αποπλάνησης μίας 16χρονής καθολικής ‘λιχουδιάς’ από το θετό της αδερφό, υπό το άγρυπνο βλέμμα της ελιτίστριας hacker γιαγιάς του δε σας ιντριγκάρει καθόλου; Ως εδώ με τις λεπτομέρειες…τα υπόλοιπα μόνοι σας.

Ο Tom Robbins (και) σ’αυτό το μυθιστόρημα επιστρατεύει την ευφυή του πένα, το μαγικό μελανοδοχείο του που είναι πάντα γεμάτο με humor και όμορφες λέξεις και καρικατουρίζει πάνω σε θεσμούς και ιδρύματα, ζωγραφίζει αστεία μουστάκια στα πολλά πρόσωπα του ψυχισμού του ανθρώπου, και γράφει στους τοίχους του μυαλού μας ένα μόνο σύνθημα:


People of zee wurl, relax!


Monday, July 11, 2011

Haruki Murakami – Σπούτνικ Αγαπημένη (1999)

Λοιπόν…με αφορμή το τελευταίο μου post στο blog το οποίο γράφτηκε με αφορμή ένα σχόλιο για το μέχρι τότε τελευταίο μου post στο blog το οποίο με τη σειρά του γράφτηκε πριν από τέσσερα χρόνια, έκατσα από περιέργεια και διάβασα τα παλιότερα posts μου για να δω τι σκατά είχα μέσα στο κεφάλι μου όταν τα έγραφα (my god…τι πρόταση!). Ανεξαρτήτως με το αν ο ‘τώρα’ εαυτός μου συμφωνεί με τον εκάστοτε ‘τότε’, το μόνο σίγουρο είναι ότι όλη αυτή η ιστορία έχει την πλάκα της. Κατά πάσα πιθανότητα, με εξαίρεση κάνα-δυο αργόσχολους πειραγμένους (τους οποίους τους ευχαριστώ θερμά που διαβάζουν αυτά που διαβάζουν εδώ μέσα) δεν μπαίνει και κανένας εδώ, οπότε εγκαταλείπω οριστικά την ελπίδα της δημιουργίας ενός ηλεκτρονικού παρεακίου που διαβάζει βιβλιαράκια και ρίχνει και καμία πρόταση, και συνεχίζω με την προσδοκία της τήρησης ενός προσωπικού λογοτεχνικού ημερολογίου (πσσσς!!!) που παρέχει και στον περαστικό επισκέπτη τη δυνατότητα να ρίξει και κανένα κράξιμο αν γουστάρει.

Κάπου είχα ακούσει για τον Murakami και για το ‘Σπούτνικ Αγαπημένη’ αλλά όταν μπήκα στην Πολιτεία πριν μερικούς μήνες για να αγοράσω κανένα καινούριο βιβλιαράκι, ούτε το όνομα του συγγραφέα θυμόμουν ούτε του βιβλίου. Προκειμένου λοιπόν να αποφύγω να εκθέσω την ενοχλητική μου ημιμάθεια σε κάποιον από τους λόγιους υπαλλήλους του εν λόγω βιβλιοπωλείου με ερωτήσεις του στυλ ‘ένας Γιαπωνέζος συγγραφέας μωρέ με κάτι με δορυφόρο μέσα…’ , έκατσα υπομονετικά, έψαξα ράφι-ράφι, βρήκα τον καλά κρυμμένο τομέα με τους Ιάπωνες συγγραφείς, τσίμπησα το βιβλίο και γλύτωσα τον εξευτελισμό (βαθύ κόμπλεξ λέμε).

‘Σπούτνικ Αγαπημένη’ αγαπητοί…Τρίτη βράδυ έπιασα το βιβλίο από το ράφι, Κυριακή απόγευμα το ξανάβαλα στη θέση του. Όχι πως είναι και κανένας τόμος 783 σελίδων, αλλά καταλαβαίνετε τώρα…τσούλησε πολύ εύκολα η ανάγνωση, πόσο μάλλον για τα δικά μου δεδομένα. Η Σουμίρε, μία νεαρή επίδοξη συγγραφέας, ο Κ (α ρε Κάφκα τι μας κάνεις), ο πραγματιστής φίλος της Σουμίρε από το κολλέγιο και αφηγητής της ιστορίας και η Μίου, μία late-thirties κομψή κοσμοπολίτισσα επιχειρηματίας είναι οι τρείς κεντρικοί ήρωες γύρω από τους οποίους πλέκεται μία ιστορία που ξεκινάει από μία δεξίωση στο Τόκιο και καταλήγει μέσα στο απόλυτο μυστήριο σε κάποιο ελληνικό νησί των Δωδεκανήσων. Το μυθιστόρημα αυτό όμως δεν είναι μία ιστορία μυστηρίου. Είναι μία εξαιρετική, κατά την άποψή μου, σκιαγράφηση της ερωτικής μοναξιάς. Ο ανέλπιδος έρωτας του Κ για τη Σουμίρε, ο απελπισμένος έρωτας της Σουμίρε για τη Μίου και η ‘παράλυση’ της ερωτικής φύσης της Μίου, αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία ο Murakami περιγράφει τον μοντέρνο μοναχικό άνθρωπο (ή έστω κάποιες πτυχές του).

Αυτό που μού άρεσε ιδιαίτερα στην περιγραφή του Murakami, είναι ότι καταφέρνει να σε βάλει στον ψυχισμό του ηρώα, χωρίς πολλές-πολλές ψυχολογικές φαμφάρες αλλά με λεπτομέρειες όπως η καθημερινότητα, οι συνήθειες και το ντύσιμο των χαρακτήρων. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα κάπως θα λέγεται σε λογοτεχνικούς όρους, αλλά λίγη σημασία έχει. Κάτι που επίσης μάλλον θα έχει έναν περίεργο λογοτεχνικό όρο, και που μου έκανε εντύπωση σ’αυτό το μυθιστόρημα, είναι η αίσθηση που μου έδωσε η αφήγηση και πιο συγκεκριμένα το γεγονός ότι ενώ ένας χαρακτήρας είναι ξεκάθαρα ο αφηγητής, σε μερικές περιπτώσεις το ρόλο αυτό τον παίρνει ο συγγραφέας. Μπορεί να λέω και βλακείες βέβαια αλλά who cares?! Λοιπόν…την κάνω προς το παρών γιατί πρέπει να βγει και το μεροκάματο. Σας φιλώ και σας υπενθυμίζω τώρα που είναι καλοκαιράκι να μην ξεχνάτε μαζί με το βιβλίο σας, να παίρνετε και το αντηλιακό σας στην παραλία. Έλα γεια!

Wednesday, July 6, 2011

Douglas Adams – The Hitchhiker’s Guide To The Galaxy: A Trilogy Of Five (1979-1992)

…και εκεί που κάνω ένα τελευταίο check στο email μου πριν την πέσω στο κρεβατάκι μου παρέα με το βιβλίο μου, βλέπω ότι σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την τελευταία ανάρτησή μου σ’αυτό το blog, κάποιος έχει αφήσει σχόλιο σε μία από τις βλακείες που έχω γράψει. Ευχαριστώ πολύ ανώνυμη φίλη, έγινες η αφορμή για να παραβλέψω για λίγο τη βαθιά άγνοιά μου περί λογοτεχνίας και να γράψω άλλο ένα ‘άρθρο-διαμάντι’ για το blog (που παρεμπιπτόντως ούτε τα μέλη του δεν επισκέπτονται πια).

Σε πρώτη φάση, όπως σίγουρα κανένας δεν παρατήρησε, στην επικεφαλίδα του άρθρου, έχω βάλει τον τίτλο στα αγγλικά. Ο λόγος που επέλεξα το ‘The Hitchhiker’s Guide To The Galaxy’ αντί για του ‘Γυρνώντας Το Γαλαξία Με Οτοστόπ’ είναι ότι τα πέντε αυτά βιβλία της εν λόγω σειράς τα διάβασα στα αγγλικά. Καθώς ρουφούσα τις σελίδες σαν καυτό τσάι, για να αποφύγω για όσο το δυνατόν περισσότερο τη βασανιστική επανατοποθέτηση του τελευταίου τόμου στα ράφια της βιβλιοθήκης μου (αυτής που έχω στο χολ), δεν ήταν λίγες οι φορές που μετάνιωσα που δεν ξεκίνησα να διαβάζω ‘στο πρωτότυπο’ συγγραφείς που γράφουν στα αγγλικά. Όσο καλή και να είναι μία μετάφραση, η αισθητική των λέξεων, των φράσεων και στην προκειμένη περίπτωση του humor του Douglas Adams απλά δε μεταφέρεται. Ε εντάξει…δεν έχω μεγαλώσει και στην Οξφόρδη…και άγνωστες λέξεις είχα και δεύτερα περάσματα έκανα σε προτάσεις, αλλά άποψη δεν αλλάζω. Αν ξέρετε αγγλικά μη σκεφτείτε καν να διαβάσετε αυτά τα βιβλία σε ελληνική ή οποιαδήποτε άλλη μετάφραση.

Μία ακόμα μικρή παρατήρηση που έχω να κάνω έχει να κάνει με την ομώνυμη ταινία που είναι απλά βασισμένη στο βιβλίο και σε καμία περίπτωση πιστή μεταφορά (όπως πάντα βέβαια). Προσωπικά, έχοντας διαβάσει τα βιβλία πριν τη δω, τη βρήκα αρκετά ευχάριστη και ίσως μία καλή αφορμή για κάποιον που δεν έχει διαβάσει το Guide, να το κάνει. Όπως και να έχει όμως τα βιβλία είναι πολύ πολύ πολύ πολύ παραπάνω και σχολιάκια τύπου ‘έλα μωρέ, εντάξει, είδα το ταινιάκι… πού να διαβάζεις τώρα και το βιβλίο’ είναι απλά άστοχα.

Ώρα να πούμε και ένα-δυο πραγματάκια επί του θέματος. Πρώτα απ’όλα, η γοητεία του βιβλίου ξεκινάει από τον τίτλο του ο οποίος δεν είναι τίποτα άλλο από τον τίτλο ενός άλλου βιβλίου! Πιο συγκεκριμένα, το βιβλίο αυτό είναι ένας οδηγός για όσους επιθυμούν να γυρίσουν το Γαλαξία με οτοστόπ. Δε γράφω περισσότερες λεπτομέρειες επί αυτού…θα τις ανακαλύψετε μόνοι σας. Η πλοκή της ιστορίας ξεκινάει με τον Arthur Dent, έναν νεαρό, κάπως μοναχικό κάτοικο του Islington, ο οποίος βρίσκει τον εαυτό του περικυκλωμένο από μπουλντόζες που προσπαθούν να κατεδαφίσουν το σπίτι του προκειμένου να περάσει από εκεί μια καινούρια λεωφόρος εξπρές. Μέσα σε αυτήν την παράνοια και τον πανικό, ο Arthur πληροφορείται από τον αλλόκοτο φίλο του Ford Prefect ότι πρέπει επειγόντως να εγκαταλείψουν τη Γη διότι από στιγμή σε στιγμή θα ‘κατεδαφιζόταν’ προκειμένου να περάσει από εκεί μια διαγαλαξιακή λεωφόρος εξπρές. Με ένα διαγαλαξιακό οτοστόπ από το Islington της Μεγάλης Βρετανίας, ξεκινάει μία διαστημική περιπέτεια που το πανέξυπνο, ευρηματικότατο και σουρεαλιστικό humor του αδικοχαμένου Douglas Adams την κάνει ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω βιώσει ποτέ μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να συνεχίσω να φλυαρώ για τους χαρακτήρες, τις καταστάσεις, τις καταχωρήσεις του οδηγού κλπ κλπ, αλλά δεν έχει κανένα απολύτως νόημα πρώτον γιατί είναι άπειρα και βαριέμαι και τα έχουν γράψει και πολλοί άλλοι πολύ καλύτερα από εμένα, και δεύτερον γιατί μερικά πράγματα απλά όταν προσπαθείς να τα μεταφέρεις, το μόνο που καταφέρνεις είναι να τα εκχυδαΐσεις. Αν δεν το έχετε ήδη κάνει, διαβάστε (οπωσδήποτε στα αγγλικά) τα βιβλία του ανεπανάληπτου κυρίου Adams, αλλά σε καμία περίπτωση χωρίς την πετσέτα σας :)

Ραντεβού σε τέσσερα χρόνια!


Τα βιβλία της σειράς ‘The Hitchhiker’s Guide To The Galaxy’ είναι:

•The Hitchhiker's Guide to the Galaxy (1979)
•The Restaurant at the End of the Universe (1980)
•Life, the Universe and Everything (1982)
•So Long, and Thanks for All the Fish (1984)
•Mostly Harmless (1992)

Sunday, December 16, 2007

Alain De Botton – Η Μικρή Φιλοσοφία Του Έρωτα (1995)

Ούτε γνώριζα, ούτε καν είχα ακούσει για τον συγγραφέα Alain De Botton, μέχρι που μια (προφανώς πιο κουλτουριάρα από εμένα) φίλη, μου έκανε δώρο στα τελευταία μου γενέθλια το εν λόγω βιβλίο. Με το που είδα τον τίτλο, δεν κρύβω ότι υπήρξα κάπως επιφυλακτικός για το πόσο θα με ενδιέφερε αυτό το μυθιστόρημα. Αλλά ως γνωστό πλέον, ο qu κάνει μόνο λάθη στη ζωή του! Αφού τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου που διάβαζα εκείνη την περίοδο (για το οποίο θα γράψω σε κάποια άλλη φάση αν μου το επιτρέψει η τεμπελιά μου), έπιασα τη μικρή φιλοσοφία του έρωτα (essays in love). Ομολογώ ότι για τα δικά μου δεδομένα, το βιβλίο το ξεπέταξα επιβεβαιώνοντας για άλλη μία φορά το λαϊκό ρητό “never judge a book by its cover”.

Σε γενικές γραμμές το βιβλίο αυτό είναι η βιογραφία μίας ερωτικής σχέσης από την αστραπιαία γέννηση της κατά τη διάρκεια μία πτήσης μέχρι τον σχεδόν κινηματογραφικό θάνατό της. Σε πιο ειδικές γραμμές, κάποιος θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει ως το ψυχογράφημα ενός ερωτευμένου ατόμου. Μπορεί να ακούγεται βαρετό αλλά πιστέψτε με…δεν είναι!

Ο κύριος λόγος για τον οποίο βρήκα το βιβλίο αυτό απολαυστικό, είναι το στυλ γραψίματος του De Botton. Ο κυνισμός και ο σαρκασμός αλλά και ο εξαιρετικά εύστοχος τρόπος που σχολιάζει καταστάσεις, συναισθήματα και συμπεριφορές σε συνδυασμό με κάποιες έξυπνες προσπάθειες επιστημονικοποίησης (ας πούμε) των παραπάνω, είναι στοιχεία που κάνουν μία (ίσως) κοινότυπη ερωτική ιστορία άκρως ενδιαφέρουσα.

Σε μία δεύτερη ανάλυση, η ουσία αυτής της (ας μου επιτραπεί η έκφραση) ιδιοφυίας που κρύβεται σ’αυτό το βιβλίο, έγκειται στον τρομερά εύστοχο τρόπο που ο συγγραφέας περιγράφει τα διάφορα συναισθήματα των ερωτευμένων πρωταγωνιστών και τις αντιδράσεις τους σε καταστάσεις στις διάφορες φάσεις της σχέσης. Θέλοντας και μη είναι μοιραίο να ταυτιστείς σε πολλές περιπτώσεις με τους τρόπους σκέψεις και τις συμπεριφορές που εξιστορούνται, γεγονός που σε κάνει να απορείς (ή ακόμα και να τρομάζεις) πόσο ίδιοι – σε μερικά πράγματα - είμαστε όλοι, όσο και αν θέλουμε να πιστεύουμε το αντίθετο.

Μία μικρή αλλά πολύ σημαντική όμως παρατήρηση που πρέπει να κάνω κλείνοντας, είναι ότι το βιβλίο αυτό, όπως και αυτό το post, είναι γραμμένα από έναν άντρα. Η αντικειμενικότητα λοιπόν είναι εξαιρετικά σχετική!!! Παρόλα αυτά αφιέρωσε λίγο από τον αναγνωστικό σου χρόνο σ’αυτό το βιβλίο και αν έχεις ερωτευτεί ποτέ πραγματικά στη ζωή σου θα καταλάβεις τι εννοώ!