Wednesday, July 6, 2011

Douglas Adams – The Hitchhiker’s Guide To The Galaxy: A Trilogy Of Five (1979-1992)

…και εκεί που κάνω ένα τελευταίο check στο email μου πριν την πέσω στο κρεβατάκι μου παρέα με το βιβλίο μου, βλέπω ότι σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την τελευταία ανάρτησή μου σ’αυτό το blog, κάποιος έχει αφήσει σχόλιο σε μία από τις βλακείες που έχω γράψει. Ευχαριστώ πολύ ανώνυμη φίλη, έγινες η αφορμή για να παραβλέψω για λίγο τη βαθιά άγνοιά μου περί λογοτεχνίας και να γράψω άλλο ένα ‘άρθρο-διαμάντι’ για το blog (που παρεμπιπτόντως ούτε τα μέλη του δεν επισκέπτονται πια).

Σε πρώτη φάση, όπως σίγουρα κανένας δεν παρατήρησε, στην επικεφαλίδα του άρθρου, έχω βάλει τον τίτλο στα αγγλικά. Ο λόγος που επέλεξα το ‘The Hitchhiker’s Guide To The Galaxy’ αντί για του ‘Γυρνώντας Το Γαλαξία Με Οτοστόπ’ είναι ότι τα πέντε αυτά βιβλία της εν λόγω σειράς τα διάβασα στα αγγλικά. Καθώς ρουφούσα τις σελίδες σαν καυτό τσάι, για να αποφύγω για όσο το δυνατόν περισσότερο τη βασανιστική επανατοποθέτηση του τελευταίου τόμου στα ράφια της βιβλιοθήκης μου (αυτής που έχω στο χολ), δεν ήταν λίγες οι φορές που μετάνιωσα που δεν ξεκίνησα να διαβάζω ‘στο πρωτότυπο’ συγγραφείς που γράφουν στα αγγλικά. Όσο καλή και να είναι μία μετάφραση, η αισθητική των λέξεων, των φράσεων και στην προκειμένη περίπτωση του humor του Douglas Adams απλά δε μεταφέρεται. Ε εντάξει…δεν έχω μεγαλώσει και στην Οξφόρδη…και άγνωστες λέξεις είχα και δεύτερα περάσματα έκανα σε προτάσεις, αλλά άποψη δεν αλλάζω. Αν ξέρετε αγγλικά μη σκεφτείτε καν να διαβάσετε αυτά τα βιβλία σε ελληνική ή οποιαδήποτε άλλη μετάφραση.

Μία ακόμα μικρή παρατήρηση που έχω να κάνω έχει να κάνει με την ομώνυμη ταινία που είναι απλά βασισμένη στο βιβλίο και σε καμία περίπτωση πιστή μεταφορά (όπως πάντα βέβαια). Προσωπικά, έχοντας διαβάσει τα βιβλία πριν τη δω, τη βρήκα αρκετά ευχάριστη και ίσως μία καλή αφορμή για κάποιον που δεν έχει διαβάσει το Guide, να το κάνει. Όπως και να έχει όμως τα βιβλία είναι πολύ πολύ πολύ πολύ παραπάνω και σχολιάκια τύπου ‘έλα μωρέ, εντάξει, είδα το ταινιάκι… πού να διαβάζεις τώρα και το βιβλίο’ είναι απλά άστοχα.

Ώρα να πούμε και ένα-δυο πραγματάκια επί του θέματος. Πρώτα απ’όλα, η γοητεία του βιβλίου ξεκινάει από τον τίτλο του ο οποίος δεν είναι τίποτα άλλο από τον τίτλο ενός άλλου βιβλίου! Πιο συγκεκριμένα, το βιβλίο αυτό είναι ένας οδηγός για όσους επιθυμούν να γυρίσουν το Γαλαξία με οτοστόπ. Δε γράφω περισσότερες λεπτομέρειες επί αυτού…θα τις ανακαλύψετε μόνοι σας. Η πλοκή της ιστορίας ξεκινάει με τον Arthur Dent, έναν νεαρό, κάπως μοναχικό κάτοικο του Islington, ο οποίος βρίσκει τον εαυτό του περικυκλωμένο από μπουλντόζες που προσπαθούν να κατεδαφίσουν το σπίτι του προκειμένου να περάσει από εκεί μια καινούρια λεωφόρος εξπρές. Μέσα σε αυτήν την παράνοια και τον πανικό, ο Arthur πληροφορείται από τον αλλόκοτο φίλο του Ford Prefect ότι πρέπει επειγόντως να εγκαταλείψουν τη Γη διότι από στιγμή σε στιγμή θα ‘κατεδαφιζόταν’ προκειμένου να περάσει από εκεί μια διαγαλαξιακή λεωφόρος εξπρές. Με ένα διαγαλαξιακό οτοστόπ από το Islington της Μεγάλης Βρετανίας, ξεκινάει μία διαστημική περιπέτεια που το πανέξυπνο, ευρηματικότατο και σουρεαλιστικό humor του αδικοχαμένου Douglas Adams την κάνει ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω βιώσει ποτέ μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να συνεχίσω να φλυαρώ για τους χαρακτήρες, τις καταστάσεις, τις καταχωρήσεις του οδηγού κλπ κλπ, αλλά δεν έχει κανένα απολύτως νόημα πρώτον γιατί είναι άπειρα και βαριέμαι και τα έχουν γράψει και πολλοί άλλοι πολύ καλύτερα από εμένα, και δεύτερον γιατί μερικά πράγματα απλά όταν προσπαθείς να τα μεταφέρεις, το μόνο που καταφέρνεις είναι να τα εκχυδαΐσεις. Αν δεν το έχετε ήδη κάνει, διαβάστε (οπωσδήποτε στα αγγλικά) τα βιβλία του ανεπανάληπτου κυρίου Adams, αλλά σε καμία περίπτωση χωρίς την πετσέτα σας :)

Ραντεβού σε τέσσερα χρόνια!


Τα βιβλία της σειράς ‘The Hitchhiker’s Guide To The Galaxy’ είναι:

•The Hitchhiker's Guide to the Galaxy (1979)
•The Restaurant at the End of the Universe (1980)
•Life, the Universe and Everything (1982)
•So Long, and Thanks for All the Fish (1984)
•Mostly Harmless (1992)

Tuesday, July 1, 2008

Μόνολογκ - Λένος Χρηστίδης (2008)

Ο καλύτερος Χρηστίδης σίγουρα! Για την ακρίβεια ο ωριμότερος Χρηστίδης ever. Κάτι περισσότερο από απολαυστικός, μου έδωσε την εντύπωση ότι έχει κρατήσει τις δεκάδες τέλειες βλάκειες απ’ όλα του τα βιβλία και τις έχει ενώσει όλες μαζί καταλήγοντας στο ΜΟΝΟΛΟΓΚ!

Θεωρώ ότι με το Μόνολογκ ο Λένος έπιασε κορυφή, απέδειξε περίτρανα για ακόμα μια φορά τη λογοτεχνική του διάνοια. Δεν το ξεκινούσα επειδή φοβόμουν την απογοήτευση. Έχοντας στην πλάτη σου βιβλία όπως το Λοστρέ, το Ψυχ, ο Πάγος θεωρούσα σχεδόν αδύνατο να ανέβεις κι άλλο ή έστω να κρατηθείς εκεί. Ξεκινάω λοιπόν τα Μόνολογκ και απλώς ο Λένος με έστειλε.

Οι ατάκες κατά ριπάς, λεξοπλάστης σε πολύ μεγάλα κέφια, δεν αφήνει τίποτα όρθιο, κανείς δεν ξεφεύγει, αυστηρός όσο ποτέ πάλι. Σαρωτικός, Μόντι Παϊθονική γραφή, ακατάλληλος για νεοέλληνες, γεροντοκόρες, νεσυντηρητικούς, νεοφιλελεύθερους, σοσιαλιστές, αριστερούς, αδερφές, γκόμενους, γκόμενες, γιάπηδες, κουλτουριάρηδες, γαμιάδες, τσόλια.

Ακατάλληλος για βλάκες.

Ως Εκ Θαύαματος - Κωνσταντίνος Τζούμας (2008)

Τίποτε λιγότερο απ’ ότι περίμενα. Το βιβλίο είναι ο Τζούμας. Με σημερινή μανιέρα βέβαια. Το βιβλίο θυμάται. Και βέβαια η πρόζα είναι καταπληκτική. Το κείμενο είναι σχεδόν αδύνατο να ανεξαρτητοποιηθεί από τη φιγούρα του Τζούμα. Να κάτσει κανείς να αναλύσει τον Τζούμα είναι άσκοπο. Εμβληματική εικόνα. Πάντα. Από την αντίδραση σε στυλ Παπαούμ μαο μαο του Νικολαΐδη, στους γκροτέσκους Δράκουλες του Ζερβού, ως το σημερινό καθημερινό σόου υπήρξε αυτό που ο ίδιος επαναλαμβάνει συχνά. Χορευτής στην κόψη του ξυραφιού.

Τη μεγαλύτερη εντύπωση μου προκάλεσε η γενναιοδωρία του κειμένου. Τη στιγμή που όλες οι βιογραφίες είναι η αποκορύφωση του ναρκισσισμού, ο Τζούμας περνάει τον εατό του – αφηγητή σε δεύτερο πλάνο και πρωταγωνιστές γίνονται οι φίλοι, οι γυναικές, η παρέα. Απαλλαγμένος απ’ την αγωνία να με «παραδεχτούν», ο Τζούμ παραδίδει ένα βιβλίο ανάλαφρο, χαριτωμένο, βιτριολικού χιούμορ, και φτήνει κομψά στα μούτρα την νεοελληνική κουρελαρία. Παραδίδει με πλήρη έλλειψη διδακτισμού ένα μάθημα επιβίωσης με χάρη σε ένα βαθειά αρρωστημένο περιβάλλον.

Γι’ αυτούς που δεν τους αρέσουν τα πολλά φώτα..

Tuesday, February 12, 2008

Νυχτερίδες - Λένα Κιτσοπούλου (2007)

Πολύς ο ντόρος για τις «Νυχτερίδες», βραβεία, παραβραβεία, η κ. Κιτσοπούλου σε έντυπα, συνεντεύξεις, σέξυ φωτογραφήσεις, οπότε ένα θύμα της μόδας (ακόμα και στο βιβλίο) σαν και μένα, δεν γινόταν να μην το διαβάσω. Και το διάβασα. Καλό. Τώρα αν άξιζε ο ντόρος, άλλο θέμα.

Καταρχάς, μάλλον δεν έχω διηγηματική παιδεία. Παρόλο που έχω διαβάσει άπειρα μυθιστορήματα, στα διήγηματα μάλλον δεν το χω. Πάντα τα αντιμετωπίζω σαν μια εύκολη λύση, όταν ο συγγραφέας δεν μπορεί (ίσως και να μη θέλει) να φτιάξει έναν άρτιο χαρακτήρα, έχει μερικές ιστοριούλες στο κεφάλι του, οπότε βγάζουμε και ένα βιβλιαράκι, χωρίς και πολύ προσπάθεια. Οκ, λάθος, απλώς το αναφέρω.

Οι «Νυχτερίδες» ήταν μια χαρά βιβλιαράκι. Ιδέες που φλερτάρουν με το σουρεαλισμό και την ειρωνεία (κάποια βέβαια μου φάνηκαν λίγο εντυπωσιοθηρικά και προβλεπόμενα), οι σελίδες ρέουν άνετα, χωρίς πολλά βαθυστόχαστα και τέτοιες μπούρδες. Κάποιες κριτικές έγραψαν διθυράμβους, αλλά δεν ξέρω ρε παιδιά, εμένα μου φάνηκε πολύ «εύκολο». Και όχι για τον αναγνώστη, αλλά για τη συγγραφέα. Δεν λέω ότι ο συγγραφέας πρέπει να ματώσει, ξεπερασμένα πράγματα, όταν λέω «εύκολο» εννοώ ότι μου δώθηκε η αντύπωση ότι τελικά δεν το έγραψε για να πει κάτι. Το γραψε έτσι.

Μπορεί να αδικώ την κ. Κιτσοπούλου πάρα πολύ. Και δεν θα το ήθελα.

Monday, February 11, 2008

Μικρός Δακτύλιος - Κώστας Κατσουλάρης (2007)

Ο πιασάρικος τίτλος, η μανία με την ανθρωπογεωγραφία της Αθήνας, ο υπέροχος Τζουμ, τα μέρη μας, όλα αυτά μαζί με έκαναν να κατέβω για ακόμα μια φορά τα σκαλιά της Πολιτείας και να πάρω το «Μικρό Δακτύλιο». Το βιβλίο το διάβασα σε δύο απογεύματα και όταν με ρώτησε ο Qu αν αξίζει να το διαβάσει, δεν ήξερα να του απαντήσω.

Καταλαβαίνω απόλυτα τη γοητεία που ασκούν οι πρόποδες του Λυκαβηττού. Και εγώ εκεί κολογυρίζω όλη την ώρα. Εκεί έχουμε ζήσει τη ζωή μας. Οπότε μοιραία διαβάζοντας τα διηγήματα του βιβλίου και αναγνωρίζοντας μέσα σε αυτά και κομμάτια του εαυτού σου, είσαι διαρκώς προκατειλημμένος θετικά. Μέσα από το βιβλίο περνάει ο Τζούμας και ο σωσίας του, ο Σημίτης, ο Χωμενίδης, ο Λαλιώτης, το Φίλιον, το Rosebud κοκ.

Βιογραφικός λοιπόν ο «Μικρός Δακτύλιος», άρα πιασάρικος, φλερτάρει εννίοτε με το lifestyle, στήνει δηλαδή μια παγιδά την οποία προσπαθεί να αναιρέσει. Άλλωτε το καταφέρνει, άλλωτε όχι. Αυτό το οποίο με προβλημάτισε δεν είναι βέβαια το αν γίνεται ή όχι lifestyle βιβλίο, δεν είναι και απαραίτητα κακό, αλλά ότι σε κάποια διηγήματα, η όλη φάση δεν τρέχει.

Ένα τέτοιο βιβλίο, αναγνώρισης, περιγραφής, και καμιά φορά ερμηνείας της καθημερινότητας μας, πρέπει, για μένα, να έχει σπιντάτη γραφή, σαρκαστική και σύγχρονη. Ο Κατσουλάρης αλλού αποτυγχάνει και αλλού είναι καλός. Συνολικά, περίμενα κάτι πιο φανκοειδές και στυλιζαρισμένο.

Monday, February 4, 2008

Οργισμένος Βαλκάνιος - Νίκος Νικολαΐδης (1977)

Μέσα στην Νικολαϊδική ρετροσπεκτίβα των τελευταίων ημερών με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο (Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα – Τί τίτλος!) εγώ είπα να ξεκινήσω απ’ την αρχή και να διαβάσω τον Οργισμένο Βαλκάνιο. Απ’ο τις πρώτες γραμμές του βιβλίου καταλαβαίνεις πως το βιβλίο κινείται γύρω από τη γνωστή θεματολογία, τους νέους του 50 και του 60, μου μείναν έξω από τα κόμματα, από τις σημαίες και τελικά χαρακτηρίστηκαν περιθώριο από τους πάντες.

Το όλο στόρυ είναι γύρω από τον Αργύρη και την Τερέζα, που ψάχνονται γενικώς, να ξεφύγουν από αυτό που τους επιβάλλεται. «Το θέμα είναι να μην περιμένεις στη σειρά για να σε πηδήξουν. Κάπου να τους την κάνεις». Αυτός μεροκαματιάρης σε βενζινάδικα, γυρνάει στα φλίπερ και στα μπιλιάρδα, και αυτή «καλλιτεχνίζουσα», κάνει που και που και καμιά βίζιτα για τα φράγκα. Ο σκοπός τους είναι να φύγουν.

Η Νικολαϊδική ατμόσφαιρα είναι παντού. Χωρίς σημεία στίξης, με το ροκ εντ ρολ να κυριαρχεί, αυτή η τόσο γοητευτική ευγενική αλητεία. Η αλήθεια είναι ότι ο Νικολαΐδης μάλλον είναι καλύτερος σκηνοθέτης απ’ ότι συγγραφέας, και όχι γιατί ο «Οργισμένος Βαλκάνιος» δεν είναι «καλό» βιβλίο, αλλά γιατί οι ταινίες του που σχολούνται με τη συγκεκριμένη θεματολογία (Κουρέλια, Γλυκιά Συμμορία) απλώς δεν παίζονται. Όποιος ενδιαφέρεται ας ξεκινήσει από το σινεμά.

Sunday, December 16, 2007

Alain De Botton – Η Μικρή Φιλοσοφία Του Έρωτα (1995)

Ούτε γνώριζα, ούτε καν είχα ακούσει για τον συγγραφέα Alain De Botton, μέχρι που μια (προφανώς πιο κουλτουριάρα από εμένα) φίλη, μου έκανε δώρο στα τελευταία μου γενέθλια το εν λόγω βιβλίο. Με το που είδα τον τίτλο, δεν κρύβω ότι υπήρξα κάπως επιφυλακτικός για το πόσο θα με ενδιέφερε αυτό το μυθιστόρημα. Αλλά ως γνωστό πλέον, ο qu κάνει μόνο λάθη στη ζωή του! Αφού τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου που διάβαζα εκείνη την περίοδο (για το οποίο θα γράψω σε κάποια άλλη φάση αν μου το επιτρέψει η τεμπελιά μου), έπιασα τη μικρή φιλοσοφία του έρωτα (essays in love). Ομολογώ ότι για τα δικά μου δεδομένα, το βιβλίο το ξεπέταξα επιβεβαιώνοντας για άλλη μία φορά το λαϊκό ρητό “never judge a book by its cover”.

Σε γενικές γραμμές το βιβλίο αυτό είναι η βιογραφία μίας ερωτικής σχέσης από την αστραπιαία γέννηση της κατά τη διάρκεια μία πτήσης μέχρι τον σχεδόν κινηματογραφικό θάνατό της. Σε πιο ειδικές γραμμές, κάποιος θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει ως το ψυχογράφημα ενός ερωτευμένου ατόμου. Μπορεί να ακούγεται βαρετό αλλά πιστέψτε με…δεν είναι!

Ο κύριος λόγος για τον οποίο βρήκα το βιβλίο αυτό απολαυστικό, είναι το στυλ γραψίματος του De Botton. Ο κυνισμός και ο σαρκασμός αλλά και ο εξαιρετικά εύστοχος τρόπος που σχολιάζει καταστάσεις, συναισθήματα και συμπεριφορές σε συνδυασμό με κάποιες έξυπνες προσπάθειες επιστημονικοποίησης (ας πούμε) των παραπάνω, είναι στοιχεία που κάνουν μία (ίσως) κοινότυπη ερωτική ιστορία άκρως ενδιαφέρουσα.

Σε μία δεύτερη ανάλυση, η ουσία αυτής της (ας μου επιτραπεί η έκφραση) ιδιοφυίας που κρύβεται σ’αυτό το βιβλίο, έγκειται στον τρομερά εύστοχο τρόπο που ο συγγραφέας περιγράφει τα διάφορα συναισθήματα των ερωτευμένων πρωταγωνιστών και τις αντιδράσεις τους σε καταστάσεις στις διάφορες φάσεις της σχέσης. Θέλοντας και μη είναι μοιραίο να ταυτιστείς σε πολλές περιπτώσεις με τους τρόπους σκέψεις και τις συμπεριφορές που εξιστορούνται, γεγονός που σε κάνει να απορείς (ή ακόμα και να τρομάζεις) πόσο ίδιοι – σε μερικά πράγματα - είμαστε όλοι, όσο και αν θέλουμε να πιστεύουμε το αντίθετο.

Μία μικρή αλλά πολύ σημαντική όμως παρατήρηση που πρέπει να κάνω κλείνοντας, είναι ότι το βιβλίο αυτό, όπως και αυτό το post, είναι γραμμένα από έναν άντρα. Η αντικειμενικότητα λοιπόν είναι εξαιρετικά σχετική!!! Παρόλα αυτά αφιέρωσε λίγο από τον αναγνωστικό σου χρόνο σ’αυτό το βιβλίο και αν έχεις ερωτευτεί ποτέ πραγματικά στη ζωή σου θα καταλάβεις τι εννοώ!